αντιμάχομαι


αντιμάχομαι
αντιμάχομαι βλ. πίν. 32 (μόνο στον ενεστ. και παρατατ.)

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αντιμάχομαι — (AM ἀντιμάχομαι) μάχομαι εναντίον κάποιου, καταπολεμώ νεοελλ. 1. εχθρεύομαι, αποστρέφομαι 2. προβάλλω αντίσταση 3. (μτχ.) τα αντιμαχόμενα ρητορικό σχήμα με το οποίο αποδεικνύεται το άτοπο ενός ισχυρισμού, ο οποίος δεν συμβιβάζεται με τη φύση του… …   Dictionary of Greek

  • αντιμάχομαι — εχθρεύομαι, μισώ κάποιον: Στενοχωρήθηκε που βρήκε τους χωριανούς του να αντιμάχονται ο ένας τον άλλο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀντιμάχεσθε — ἀντιμάχομαι fight against pres imperat mp 2nd pl ἀντιμάχομαι fight against pres ind mp 2nd pl ἀντιμάχομαι fight against imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιμαχεσαμένων — ἀντιμάχομαι fight against aor part mid fem gen pl (epic ionic) ἀντιμάχομαι fight against aor part mid masc/neut gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιμαχησόμενον — ἀντιμάχομαι fight against fut part mid masc acc sg (epic doric ionic) ἀντιμάχομαι fight against fut part mid neut nom/voc/acc sg (epic doric ionic) ἀντιμαχέω resist by force of arms fut part mid masc acc sg ἀντιμαχέω resist by force of arms fut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιμαχομένων — ἀντιμάχομαι fight against pres part mp fem gen pl ἀντιμάχομαι fight against pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιμαχέσομαι — ἀντιμάχομαι fight against aor subj mid 1st sg (epic ionic) ἀντιμάχομαι fight against fut ind mid 1st sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιμαχόμεθα — ἀντιμάχομαι fight against pres ind mp 1st pl ἀντιμάχομαι fight against imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιμαχόμενον — ἀντιμάχομαι fight against pres part mp masc acc sg ἀντιμάχομαι fight against pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιμαχόμεσθα — ἀντιμάχομαι fight against pres ind mp 1st pl ἀντιμάχομαι fight against imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)